Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο,
Χαμογέλασε στη γυναίκα σου,
Χαμογέλασε στον άντρα σου,
Χαμογέλασε στα παιδιά σου,
Χαμογελάστε ο ένας στον άλλο
-      Στον οποιοδήποτε άλλο.
Αυτό θα σας βοηθήσει να αναπτύξετε
Μεγαλύτερη αγάπη ο ένας για τον άλλο.

                                    Αδελφή Τερέζα

Ο περισσότερος κόσμος έχει διαβάσει το έργο του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, «Ο Μικρός Πρίγκιπας».  Πρόκειται για ένα παράξενο και εκπληκτικό βιβλίο που είναι συγχρόνως παιδικό παραμύθι, και ιστορία προβληματισμού για τους μεγάλους.  Ελάχιστοι όμως ξέρουν τα άλλα έργα του Σεντ Εξιπερί, μυθιστορήματα και διηγήματα. 

Ο Σεντ Εξιπερί ήταν πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, πολέμησε τους Ναζί και σκοτώθηκε στη μάχη.  Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο εναντίον των φασιστών.  Έγραψε μια συναρπαστική ιστορία βασισμένη σ’ εκείνη την εμπειρία με τίτλο «Το χαμόγελο».  Αυτήν την ιστορία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.  Δεν είναι γνωστό αν αυτό το έγραψε σαν αυτοβιογραφία ή αποτελούσε απλώς φανταστικό έργο.  Προτιμώ, όμως, να πιστεύω ότι είναι το πρώτο.
Είχε συλληφθεί, λέει, από τον εχθρό και τον έριξαν σ’ ένα κελί.  Καταλάβαινε από τα περιφρονητικό βλέμματα και την απάνθρωπη συμπεριφορά των δεσμοφυλάκων του, ότι θα τον εκτελούσαν την επομένη.  Θα συνεχίσω την ιστορία όπως τη θυμάμαι, με δικά μου λόγια.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα με σκότωναν. Ένιωθα τρομερά αναστατωμένος και σε πλήρη απόγνωση.  Έψαξα στην τσέπη μου, να δω αν έβρισκα κανένα τσιγάρο που τους είχε ξεφύγει κατά τη σωματική έρευνα.  Βρήκα ένα και, καθώς τα χέρια μου έτρεμαν, το έφερα με δυσκολία στα χείλη μου. Δεν είχα όμως σπίρτα.  Μου τα είχαν πάρει.
Κοίταξα το δεσμοφύλακα μου μέσα από τα σίδερα.  Δε γύριζε να με κοιτάξει στα μάτια.  Άλλωστε κανείς δεν κοιτάζει στα μάτια κάτι άψυχο, ένα πτώμα. Του φώναξα: «Μήπως έχεις φωτιά, πορ φαβόρ;» Με κοίταξε, ανασήκωσε τους ώμους κι ήρθε να μου ανάψει το τσιγάρο.

Όταν ήρθε κοντά μου κι άναψε το σπίρτο, άθελα του με κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή χαμογέλασα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα.  Μπορεί να οφειλόταν σε νευρικότητα, μπορεί να οφειλόταν στο ότι όταν βρεθείς πολύ κοντά στον άλλο είναι δύσκολο να μη χαμογελάσεις. Όπως και να’ χει, χαμογέλασα.  Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να πετάχτηκε μια σπίθα από την καρδιά του ενός προς την καρδιά του άλλου, μια σπίθα που συνέδεσε τις ανθρώπινες ψυχές μας.  Ξέρω πως δεν ήταν κάτι που το ήθελε, αλλά το χαμόγελο μου διαπέρασε τα σίδερα και προκάλεσε ένα χαμόγελο στα δικά του χείλη. Μου άναψε το τσιγάρο και δεν έφυγε.  Έμεινε εκεί και με κοιτούσε στα μάτια, εξακολουθώντας να χαμογελά.

Εξακολούθησα κι εγώ να του χαμογελώ, βλέποντας τον τώρα σαν άνθρωπο κι όχι σαν δεσμοφύλακα.  Και στο βλέμμα του, είδα μια καινούρια διάσταση καθώς με κοιτούσε. «Έχεις παιδιά;» ρώτησε.
«Ναι, ναι, ναι». Έβγαλα το πορτοφόλι μου κι έψαξα νευρικά για τις φωτογραφίες της οικογένειας μου. Έβγαλε κι αυτός τις φωτογραφίες των «νίνος» του κι άρχισε να μιλά για τα σχέδια και τις ελπίδες του γι’ αυτά.  Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.  Του είπα ότι φοβόμουν ότι εγώ δε θα ξανάβλεπα την οικογένεια μου, δε θα είχα την τύχη να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν.  Δάκρυσε κι αυτός.
Ξαφνικά, χωρίς άλλη λέξη, ξεκλείδωσε το κελί μου και, αθόρυβα, με άφησε να βγω.  Μ’ έβγαλε από τη φυλακή και, στη συνέχεια, από απόκεντρους δρόμους με έβγαλε κι από την πόλη.  Εκεί, στην άκρη της κατοικημένης περιοχής, με άφησε ελεύθερο.  Και χωρίς να πει λέξη, στράφηκε κι έφυγε προς την πόλη.
Μου έσωσε τη ζωή ένα χαμόγελο».

Μάλιστα, το χαμόγελο – ο αυθόρμητος, αβίαστος, φυσικός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων. Λέω αυτήν την ιστορία στη δουλειά μου, επειδή θέλω να καταλάβουν οι άλλοι πως κάτω από όλα τα στρώματα προστασίας που δημιουργούμε γύρω μας, κάτω από τα στρώματα προστασίας του εαυτού μας, της αξιοπρέπειας μας, των τίτλων μας, του βαθμού μας, της κοινωνικής μας θέσης και της εικόνας που θέλουμε να δείχνουμε στους άλλους, κάτω απ’ όλα αυτά παραμένει ο αυθεντικός, ο ουσιαστικός εαυτός μας.  Δε φοβάμαι να το αποκαλέσω ψυχή. Πιστεύω, πραγματικά, πως αν αυτό το κομμάτι σου κι αυτό το κομμάτι μου μπορούσαν να αναγνωρίσουν το ένα το άλλο, δε θα είμαστε εχθροί. Δε θα μπορούσαμε να μισούμαστε, να ζηλεύουμε και να φοβόμαστε ο ένας τον άλλο.  Δυστυχώς όλα αυτά τα άλλα στρώματα, τα οποία τόσο προσεκτικά φτιάχνουμε στη διάρκεια της ζωής μας, μας απομακρύνουν και μας αποκόβουν από την επαφή μας με τους άλλους.  Η ιστορία του Σεντ Εξιπερί μιλά για εκείνη τη μαγική στιγμή που δυο ψυχές αναγνωρίζουν η μια την άλλη.

Μου έτυχαν μερικές τέτοιες στιγμές.  Μια περίπτωση είναι όταν βλέπει κανείς ένα πρόσωπο και το ερωτεύεται.  Όταν κοιτάει ένα μωρό. Γιατί χαμογελάμε όταν δούμε ένα μωρό; Ίσως επειδή βλέπουμε ένα άτομο χωρίς  όλα αυτά τα στρώματα προστασίας, κάποιον του οποίου το χαμόγελο ξέρουμε πως είναι απόλυτα γνήσιο και άδολο.  Κι η  παιδική ψυχή που έχουμε μέσα μας το αναγνωρίζει και χαμογελά.


Hanoch McCarty

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου