(Με την ανάρτηση αυτή ολοκληρώνεται το θέμα μας)
Σήμερα πέντε από τα παιδιά του ζουν σε ακτίνα μερικών χιλιομέτρων απ’ αυτόν, έχοντας διαλέξει το καθένα κι έναν τρόπο ζωής κατά το πρότυπο του πατέρα τους. Είναι αφοσιωμένοι σύζυγοι και γονείς και η γεωργία είναι το επάγγελμα της επιλογής τους. Είναι, αναντίρρητα, η ραχοκοκαλιά της κοινότητας τους. Υπάρχει όμως και η παρέκκλιση, και υποθέτω ευθύνονται γι’ αυτό εκείνες οι νυχτερινές εξορμήσεις στις οποίες με έπαιρνε μαζί του. Ακολούθησα διαφορετική κατεύθυνση από τα άλλα πέντε παιδιά. Άρχισα την καριέρα μου ως εκπαιδευτικός, σύμβουλος και καθηγήτρια πανεπιστημίου, καταλήγοντας να γράφω βιβλία για γονείς και παιδιά, προκειμένου να μοιραστώ με άλλους αυτό που έμαθα για τη σημασία της ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τα μηνύματα μου προς την κόρη μου είναι οι αξίες που πήρα από τον πατέρα μου, με μικρές τροποποιήσεις, βέβαια, που είναι αποτέλεσμα των εμπειριών που έχω από τη δική μου ζωή. Οι αξίες αυτές συνεχίζουν να παραδίδονται στους επερχόμενους.
Πρέπει να σας πω και λίγα λόγια για την κόρη μου. Είναι αγοροκόριτσο, αθλήτρια και με ύψος ένα και εβδομήντα εφτά, με διακρίσεις σε τρία αθλήματα κάθε χρόνο, στενοχωριέται με τη διαφορά βαθμολογίας μεταξύ Α – και Β και προκρίθηκε για το διαγωνισμό της Μις Τινεϊτζ της Καλιφόρνια. Δεν είναι όμως τα εξωτερικά της χαρίσματα και οι επιδόσεις της που μου θυμίζουν τους γονείς μου. Οι άνθρωποι πάντα μου λένε ότι η κόρη μου έχει μεγάλη καλοσύνη, πνευματικότητα, μια φλόγα βαθιά μέσα της που ακτινοβολεί προς τα έξω. Η βαθύτερη φύση των γονιών μου ενσαρκώθηκε στην κόρη μου.
Οι επιπτώσεις από την εκτίμηση προς τα παιδιά τους και την αφοσίωση τους σ’ αυτά, είχαν την αντανάκλαση τους και στη ζωή των ίδιων των γονιών μου. Τη στιγμή που γράφω αυτό το κομμάτι, ο πατέρας μου είναι στην Κλινική Μέϊγιο του Ρότσεστερ, στη Μινεσότα, για μια σειρά από εξετάσεις που θα πάρουν από έξι ως οκτώ μέρες. Είναι Δεκέμβριος. Εξαιτίας της βαρυχειμωνιάς νοίκιασε ένα δωμάτια ξενοδοχείου κοντά στη κλινική (ως εξωτερικός ασθενής). Η μητέρα μου αναγκάστηκε να μείνει μαζί του μόνο τις πρώτες δυο τρεις μέρες, επειδή την καλούσαν διάφορες υποχρεώσεις στο σπίτι. Έτσι, την παραμονή των Χριστουγέννων θα την περνούσαν χωριστά.
Εκείνο το βράδυ τηλεφώνησα πρώτα στον πατέρα μου, στο Ρότσεστερ, για να του πω καλά Χριστούγεννα. Μου φάνηκε εξαντλημένος και με το ηθικό του πεσμένο. Μετά τηλεφώνησα στη μητέρα μου, στην Αϊόβα. Ήταν θλιμμένη και κακόκεφη. «Είναι η πρώτη φορά που ο πατέρας σου κι εγώ περνάμε τις γιορτές μας χωριστά», παραπονέθηκε. «Δεν μπορώ να κάνω Χριστούγεννα χωρίς αυτόν».
Περίμενα δεκατέσσερα άτομα που τα είχα καλέσει για φαγητό και που απέβλεπαν σε μια εορταστική βραδιά. Γύρισα στο μαγείρεμα μου αλλά δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ από το πρόβλημα των γονιών μου κι έτσι τηλεφώνησα στη μεγαλύτερη αδερφή μου. Τηλεφώνησε με τη σειρά της στους αδερφούς μου και κάναμε συμβούλιο από τηλεφώνου. Κανονίστηκε. Αποφασισμένοι να μην αφήσουμε τους γονείς μας να περάσουν την παραμονή των Χριστουγέννων μακριά ο ένας από τον άλλο, ο μικρότερος αδερφός μου θα έκανε τις δύο ώρες δρόμο με το αυτοκίνητο μέχρι το Ρότσεστερ και θα έπαιρνε τον πατέρα μου για να τον πάει σπίτι χωρίς να προειδοποιήσουμε τη μητέρα μου. Τηλεφώνησα στον πατέρα μου για να του αναγγείλω το σχέδιο. «Ω, όχι, όχι», είπε. «Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο να κάνει αυτήν τη διαδρομή μια τέτοια νύχτα». Ο αδερφός μου έφτασε στο Ρότσεστερ και χτύπησε την πόρτα του πατέρα μου. Με πήρε από το δωμάτιο του για να μου πει ότι ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάει μαζί του. «Μίλα του Μπόμπι, είσαι ο μόνος τον οποίο μπορεί ν’ ακούσει».
«Πήγαινε, πατέρα», είπα ήρεμα.
Και πήγε. Εκείνος κι ο Τιμ έφυγαν για την Αϊόβα. Εμείς, τα άλλα παιδιά, παρακολουθούσαμε την πορεία τους παίρνοντας τους στο κινητό τηλέφωνο του αδερφού μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν κιόλας φτάσει όλοι οι καλεσμένοι μου και συμμετείχαν όλοι στο «οδοιπορικό». Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, το βάζαμε στο μεγάφωνο για ν’ ακούμε όλοι μαζί τα τελευταία νέα. Ήταν αμέσως μετά τις εννιά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο κι ακούστηκε ο πατέρας μου που τηλεφωνούσε από το αυτοκίνητο. «Μπόμπι», πώς είναι δυνατό να πάω σπίτι χωρίς δώρο για τη μητέρα σου; Θα είναι η πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια που δεν της πήρα το άρωμα της για τα Χριστούγεννα». Ήδη, το σύνολο των καλεσμένων μου κατάστρωνε το σχέδιο του. Τηλεφωνήσαμε στην αδερφή μου να ψάξει να βρει τα ονόματα των εμπορικών κέντρων που ήταν ανοιχτά στην περιοχή, ώστε πριν πάνε σπίτι να σταματήσουν σ’ ένα απ’ αυτά για να πάρει ο πατέρας μου το μόνο δώρο που θα σκεφτόταν ποτέ να δώσει στη μητέρα μου – το ίδιο άρωμα που της έπαιρνε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα.
Στις 9:52 εκείνο το βράδυ, ο αδερφός μου κι ο πατέρας μου βγήκαν από ένα εμπορικό κέντρο της Μινεσότα για να συνεχίσουν το ταξίδι τους για το σπίτι. Στις 11:50 μπήκαν στη φάρμα κι ο πατέρας μου, κάνοντας σαν χαζοχαρούμενο σχολιαρόπαιδο, κρύφτηκε στη γωνία του σπιτιού και περίμενε εκεί αθέατος.
«Μητέρα, επισκέφθηκα τον πατέρα σήμερα και μου έδωσε τα ρούχα του να σου τα φέρω για πλύσιμο», είπε ο αδερφός μου δίνοντας της τη βαλίτσα του.
«Ω», αποκρίθηκε εκείνη, «μου λείπει τόσο πολύ που σκέφτομαι να τα πλύνω τώρα».
«Δε θα βρεις καιρό να τα πλύνεις απόψε», πέταξε ο πατέρας μου βγαίνοντας από την κρυψώνα του.
Μετά, αφού με πήρε ο αδερφός μου και μου διηγήθηκε αυτήν τη συγκινητική σκηνή ανάμεσα στους γονείς μας – ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο φίλους και εραστές – τηλεφώνησα στη μητέρα μου. «Καλά Χριστούγεννα, μητέρα!».
«Ω, παιδιά μου…» είπε με φωνή που έτρεμε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Οι καλεσμένοι μου κραύγασαν ενθουσιασμένοι.
Αν και βρισκόμουν δύο χιλιάδες μίλια μακριά τους, ήταν από τα καλύτερα Χριστούγεννα που πέρασα με τους γονείς μου. Και, φυσικά, μέχρι σήμερα οι γονείς μου δεν έχουν κάνει ποτέ Χριστούγεννα χωρισμένοι. Αυτή είναι η δύναμη των παιδιών που αγαπούν και τιμούν τους γονείς τους και, βεβαίως, του άρρηκτου και υπέροχου δεσμού που είχαν αναπτύξει οι γονείς μεταξύ τους.
«Οι καλοί γονείς», μου είπε κάποτε ο Τζόνας Σολκ, «δίνουν στα παιδιά τους ρίζες και φτερά. Ρίζες για να ξέρουν πού βρίσκεται το σπίτι τους, φτερά για να πετάξουν μακριά και να εφαρμόσουν όσα τους δίδαξαν». Αν η ικανότητα να βάζεις στόχους στη ζωή σου και το να έχεις μια ασφαλή φωλιά στην οποία να είσαι ευπρόσδεκτος κάθε φορά που επιστρέφεις αποτελούν κληρονομιά από τους γονείς σου, τότε πιστεύω πως έκανα καλή επιλογή γονιών. Ήταν αυτά τα τελευταία Χριστούγεννα, που αντιλήφθηκα με πλήρη σαφήνεια γιατί ήταν απαραίτητο να είναι γονείς μου αυτοί οι δύο άνθρωποι. Αν και τα φτερά μου με πήραν και με γύρισαν στον κόσμο, τελικά η φωλιά στην όμορφη Καλιφόρνια, οι ρίζες που μου έδωσαν οι γονείς μου, θα αποτελούν ένα παντοτινό θεμέλιο της ζωής μου.
Της Bettie B. Youngs




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου