(Το θέμα ολοκληρώνεται σε τρείς αναρτήσεις)
«Είσαι σίγουρη ότι θέλεις μόνον να είσαι αγρότης; Δεν θέλεις να κάνεις κάτι περισσότερο με τη ζωή σου;» Αυτά ήταν τα ερωτήματα που μου έκαναν στο γυμνάσιο οι καλοπροαίρετοι δάσκαλοι μου, όταν είχα δηλώσει ότι επρόκειτο να εργαστώ στο αγρόκτημα με την οικογένειά μου μετά την αποφοίτηση. Στα μάτια τους, σπαταλάω τα ταλέντα μου με το να μένω στο αγρόκτημα στο οποίο μεγάλωσα.

Για γενιές, αυτή είναι η στάση που επικρατεί εδώ στη χώρα. Μεγαλώνεις,
μετακομίζεις στην πόλη το συντομότερο δυνατόν, σπουδάζεις για να μπορέσεις να βρεις
μια καλοπληρωμένη δουλειά και θα είσαι πολύ πιο ευτυχισμένος από το να ζεις εδώ
στα «χωράφια». Δεν δίνεται και μεγάλη ενθάρρυνση ή υποστήριξη σε οποιονδήποτε έχει
την φιλοδοξία να παραμείνει. Δυστυχώς, η στάση αυτή εδώ και δεκαετίες σήμαινε
την αποσιώπηση των μικρών μας κοινοτήτων και την εξάρτηση από τα μεγάλα αστικά
κέντρα.
Όχι ότι υπάρχει κάτι κακό με εκείνους που επέλεξαν να απομακρυνθούν και να
ακολουθήσουν τα όνειρά τους αλλού. Τα ταλέντα και οι ικανότητές τους σίγουρα
αξίζουν και χρειάζονται σε αυτόν τον κόσμο. Ελπίζω απλώς ότι αυτό είναι αυτό
που πραγματικά ήθελαν και ότι δεν κατέληξαν να αισθάνονται άδειοι ή με κάποιο
τρόπο εγκαταλελειμμένοι από τη ζωή και τη γη που γνώριζαν. Γιατί φαίνεται ότι
όταν τα παιδιά μας καθοδηγούνται στην καριέρα τους, ειδικά από το σχολικό
σύστημα, συχνά τα πράγματα καταλήγουν στα «θα μπορούσες» και «θα έπρεπε» παρά στα
«θέλεις» και «κάλεσμα».

Με την τάση αυτή των οικογενειών στις μικρές πόλεις να ενθαρρύνουν τα παιδιά
τους να ζήσουν μια «καλύτερη ζωή αλλού», δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ αν αυτοί
οι άνθρωποι δεν κατάφεραν να δουν τους θησαυρούς που είχαν μπροστά τους; Και
αναρωτιέμαι πόσα από τα παιδιά αυτά ένιωθαν πραγματικά πιο ευτυχισμένα στην
πόλη ή μακριά από την πατρίδα τους; Μακριά από τη γη;
Οι γονείς μου βίωσαν τις ίδιες ερωτήσεις από τους δασκάλους τους όπως βίωσα κι εγώ από τους δικούς μου. «Αλλά είσαι πολύ έξυπνη για να γίνεις αγρότισσα, θα μπορούσες να γίνεις οτιδήποτε θελήσεις», ήταν αυτό που είπαν στη μητέρα μου. Με άλλα λόγια, «Μόνο οι ηλίθιοι μένουν εδώ και ασχολούνται με τα κτήματα, πήγαινε να κάνεις κάτι για σένα». Αυτό το σχόλιο υπονοούσε την αίσθηση που τόσοι πολλοί κουβαλάνε για τόσο πολύ καιρό. Ότι δεν χρειάζεται να είσαι πολύ έξυπνος για να είσαι αγρότης, γι’ αυτό λοιπόν είναι αυτό που κάνεις αν δεν είσαι ικανός για κάτι «μεγαλύτερο». Η στάση αυτή μειώνει τη μεγάλη ικανότητα και αποφασιστικότητα που απαιτεί η γεωργία και την απίστευτη αξία της γεωργίας στην κοινότητά μας.

Έτσι, στους γονείς μου δόθηκε μια ευκαιρία στη ζωή στην πόλη για δοκιμή.
Διήρκεσε περίπου ένα χρόνο, και εκείνο το διάστημα ήταν τόσο δυστυχισμένοι και
ένιωθαν τόσο λαχτάρα για το αγρόκτημα που μετακόμισαν στο σπίτι στο αγρόκτημα
και δεν κοίταξαν ποτέ πίσω. Περιττό να πω ότι οι άψογες ικανότητες τήρησης
βιβλίων της μητέρας μου, σε συνδυασμό με τις κατασκευαστικές ικανότητες τις
δικές της και του πατέρα μου, την επαγγελματική δεοντολογία, την αγάπη και την
γνώση του φυσικού κόσμου και το πρωτοποριακό τους πνεύμα, τους έχουν βοηθήσει
με τον καλύτερο τρόπο ως αυτοαπασχολούμενους αγρότες. Ευτυχώς, και οι δύο
προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες που τους ενθάρρυναν παρά τους αποθάρρυναν.
Η γεωργία απαιτεί κάθε είδους δεξιότητες, ταλέντα και ικανότητες, τα
περισσότερα από τα οποία δεν μπορείς να μάθεις από τα βιβλία. Κάτι που έχω
παρατηρήσει ότι κάνει πολλούς αγρότες να ξεχωρίζουν από πολλούς άλλους είναι η
ακρίβεια της διαίσθησής τους. Η γεωργία είναι μια πνευματική πρακτική που
πρέπει κανείς να αισθάνεται - και δεν υπάρχει κανένας δάσκαλος καλύτερος από
την εμπειρία.
Της Jessie Klassen







