Βρισκόταν στην Τρίτη τάξη του σχολείου όπου δίδασκα, στο Μόρις της Μινεσότα. Αγαπούσα και τους 34 μαθητές μου, αλλά ο Μαρκ Έκλαντ ξεχώριζε. Πολύ συγυρισμένη εμφάνιση, είχε εκείνο το ύφος του ανθρώπου ο οποίος χαίρεται που υπάρχει και το οποίο έκανε υπέροχες ακόμα και τις αταξίες του.
Ο Μαρκ, όμως, μιλούσε ασταμάτητα. Προσπάθησα ξανά και ξανά να τον κάνω να καταλάβει ότι δεν μπορούσε να μιλά χωρίς άδεια. Αυτό που μ’ εντυπωσίαζε πιο πολύ ήταν η ειλικρινής του απάντηση, κάθε φορά που αναγκαζόμουν να του κάνω παρατήρηση για αταξίες. «Ευχαριστώ που με μαλώσατε, Αδελφή!» Στην αρχή δεν ήξερα τι συμπέρασμα να βγάλω, σύντομα όμως συνήθισα την απάντηση αφού την άκουγα πολλές φορές κάθε μέρα.
Μια μέρα, είχα αρχίσει να χάνω την ψυχραιμία μου με τον Μαρκ, ο οποίος μιλούσε πάλι ακατάσχετα. Κι έκανα το λάθος του πρωτόπειρου δασκάλου. Τον κοίταξα και του είπα: «Μια λέξη ακόμα αν πεις θα σου κλείσω το στόμα με ταινία!»
Δεν είχαν περάσει δέκα δευτερόλεπτα όταν ο Τσακ πέταξε: «Ο Μαρκ μιλά πάλι».
Δεν είχα ζητήσει από τους μαθητές να με βοηθούν να παρακολουθώ τον Μαρκ, από τη στιγμή όμως που είχα καθορίσει την τιμωρία μπροστά στην τάξη ήμουν υποχρεωμένη να την εφαρμόσω.
Θυμάμαι τη σκηνή σαν να συνέβη σήμερα το πρωί. Ανέβηκα στην έδρα πολύ αποφασιστικά, άνοιξα το συρτάρι κι έβγαλα ένα ρολό ταινίας. Χωρίς να πω λέξη, πήγα στο θρανίο του Μαρκ, έκοψα δύο κομμάτια ταινία και τα κόλλησα στο στόμα του, σε σχήμα Χ. Μετά γύρισα στη θέση μου, στο μπροστινό μέρος της αίθουσας.
Καθώς γύρισα να τον κοιτάξω, εκείνος μου έκλεισε το μάτι. Αυτό ήταν! Μ’ έπιασε το γέλιο. Ολόκληρη η τάξη γελούσε καθώς επέστρεφα στο θρανίο του Μαρκ κι έβγαζα την ταινία, ανασηκώνοντας τους ώμους μου. Οι πρώτες του λέξεις ήταν: «Ευχαριστώ που με μαλώσατε, Αδελφή».
Στο τέλος της χρονιάς, μου ζητήθηκε να διδάξω ανώτερα μαθηματικά γυμνασίου. Πέρασαν χρόνια και κάποτε ο Μαρκ ξαναβρέθηκε στην τάξη μου. Ήταν πιο όμορφος από ποτέ και εξίσου ευγενικός. Καθώς ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί με προσοχή τη διδασκαλία των μαθηματικών δε μιλούσε τώρα τόσο πολύ, στην τρίτη γυμνασίου.
Μια Παρασκευή είχα την αίσθηση ότι κάτι συνέβαινε. Δουλέψαμε σκληρά σε κάποιο καινούριο κεφάλαιο όλη τη βδομάδα και είχα την εντύπωση ότι οι μαθητές είχαν αρχίσει ν’ απογοητεύονται με τον εαυτό τους και να γίνονται οξύθυμοι ο ένας με τον άλλο. Έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό, πριν ξεφύγει από τον έλεγχο μου. Έτσι, τους έβαλα να γράψουν ο καθένας τα ονόματα των άλλων μαθητών της τάξης τους σε δύο φύλλα χαρτιού, αφήνοντας ένα διάστημα κενό από το ένα όνομα στο άλλο. Μετά, τους είπα να σκεφτούν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για τον κάθε συμμαθητή τους και να το γράψουν στο χαρτί. Πήρε όλη την υπόλοιπη ώρα του μαθήματος για να κάνουν αυτήν την δουλειά και καθώς έβγαιναν ένας ένας από την τάξη, ο κάθε μαθητής μου έδινε τα δυο κομμάτια χαρτιού που χρησιμοποίησε. Ο Τσακ χαμογελούσε. Ο Μαρκ μου είπε: «Ευχαριστώ για τα μαθήματα, Αδελφή, καλό σαββατοκύριακο».
Εκείνο το Σάββατο, έγραψα το όνομα κάθε μαθητή σ’ ένα ξεχωριστό κομμάτι χαρτί και σημείωσα ότι έγραψε ο κάθε συμμαθητής του γι’ αυτόν. Τη Δευτέρα έδωσα στον καθένα τον κατάλογο με τα όσα έγραψαν οι συμμαθητές τους γι’ αυτούς. Για μερικούς απ’ αυτούς είχαν γεμίσει δυο σελίδες. Πριν περάσει πολλή ώρα όλη η τάξη χαμογελούσε. «Αλήθεια;» τους άκουσα να ψιθυρίζουν. «Δεν ήξερα ότι αυτό θα το πρόσεχε κανείς! Δεν ήξερα ότι αρέσω στους άλλους τόσο πολύ!»
Κανείς δεν ξαναμίλησε στην τάξη γι’ αυτήν την ιστορία. Δεν ξέρω αν τη συζητούσαν μετά την τάξη ή με τους γονείς τους, αλλά δεν είχε σημασία. Η άσκηση είχε πραγματοποιήσει το στόχο της. Οι μαθητές ένιωθαν πάλι ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους και ο ένας με τον άλλο.
Πέρασε η χρονιά και οι μαθητές εκείνοι προχώρησαν και χαθήκαμε. Μερικά χρόνια αργότερα, επέστρεφα από ταξίδι και οι γονείς μου ήρθαν να με παραλάβουν από το αεροδρόμιο. Στο δρόμο προς το σπίτι, η μητέρα μου ρωτούσε τα συνηθισμένα για το ταξίδι, πώς ήταν ο καιρός και γενικά τις εντυπώσεις μου. Έλειπε όμως η ζωντάνια από την κουβέντα. Η μητέρα μου έριξε μια λοξή ματιά στον πατέρα μου και είπε: «Μπαμπά;» Εκείνος καθάρισε το λαιμό του, «Χθες βράδυ τηλεφώνησαν οι Έκλαντ», άρχισε να λέει.
«Ναι;» είπα. «Δεν έχω ακούσει νέα τους εδώ και μερικά χρόνια. Αναρωτιέμαι τι κάνει ο Μαρκ».
Ο πατέρας μου απάντησε με σιγανή φωνή. «Ο Μαρκ σκοτώθηκε στο Βιετνάμ», είπε. «Αύριο γίνεται η κηδεία κι οι γονείς του θα ήθελαν να παραστείς». Μέχρι σήμερα θυμάμαι το ακριβές σημείο του δρόμου όπου μου ανακοινώθηκε αυτή η είδηση.
Ποτέ πριν δεν έτυχε να δω στρατιώτη σε στρατιωτικό φέρετρο. Ο Μαρκ φαινόταν τόσο όμορφος, τόσο ώριμος. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή ήταν: Μαρκ, θα έδινα όλες τις κολλητικές ταινίες που υπάρχουν στον κόσμο για να μου μιλήσεις.
Η εκκλησία ήταν γεμάτη με φίλους του Μαρκ. Η αδελφή του Τσακ έψαλλε τον «Πολεμικό Ύμνο της Δημοκρατίας». Γιατί έβρεχε τη μέρα της κηδείας; Τα πράγματα ήταν δύσκολα γύρω από τον τάφο. Ο ιερέας έψαλλε τις συνηθισμένες προσευχές και ο σαλπιγκτής σάλπισε σιωπητήριο. Ένας ένας, όσοι αγαπούσαν τον Μαρκ πέρασαν για τελευταία φορά δίπλα από το φέρετρο και το ράντισαν με αγιασμένο νερό.
Εγώ πέρασα τελευταία. Καθώς στεκόμουν εκεί, ένας από τους στρατιώτες που συνόδευαν τη σορό ήρθε κοντά μου. «Μήπως ήσαστε η καθηγήτρια μαθηματικών του Μαρκ;» με ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά, συνεχίζοντας να κοιτώ το φέρετρο. «Ο Μαρκ μας μιλούσε πολύ για σας», είπε.
Ανοίγοντας τη θήκη των χαρτονομισμάτων, έβγαλε από μέσα δυο κόλλες τετραδίου κολλημένες με ταινία και διπλωμένες πολλές φορές. Ήξερα, χωρίς καν να κοιτάξω, πως ήταν το χαρτί πάνω στο οποίο είχα σημειώσει όλα τα καλά λόγια που έγραψαν οι συμμαθητές του Μαρκ γι’ αυτόν. «Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που το κάνατε αυτό», μου είπε η μητέρα του Μαρκ. «Όπως βλέπετε, ο Μαρκ το φύλαγε σαν θησαυρό».
Οι συμμαθητές του Μαρκ άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω μας. Ο Τσακ χαμογέλασε δειλά και είπε: «Έχω κι εγώ ακόμα εκείνο το χαρτί. Βρίσκεται στο πάνω συρτάρι του γραφείου μου, στο σπίτι». Η γυναίκα του Τζον είπε: «Ο Τζον μου ζήτησε να το βάλω στο άλμπουμ με τις φωτογραφίες του γάμου μας». «Έχω κι εγώ το δικό μου», είπε η Μέριλιν. «Είναι μέσα στο ημερολόγιο μου». Και τότε η Βίκυ, μια άλλη συμμαθήτρια, έχωσε το χέρι στην τσάντα της, έβγαλε ένα πορτοφόλι κι έδειξε το φθαρμένο χαρτί στους συγκεντρωμένους. «Το έχω πάντα μαζί μου», είπε. «Νομίζω πως τα φυλάξαμε όλοι αυτά τα χαρτιά».
Και τότε κάθισα τελικά κάτω κι έκλαψα. Έκλαψα για τον Μαρκ και για όλους τους φίλους του, που δε θα τον ξανάβλεπαν.
Της Helen P. Mrosla




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου